Βερανζέρου 15 & Πατησίων ( 28ης Οκτωβρίου), 106 77 Αθήνα
(Πλησίον Πλατείας Κάνιγγος)

Βερανζέρου 15 & Πατησίων ( 28ης Οκτωβρίου), 106 77 Αθήνα
(Πλησίον Πλατείας Κάνιγγος)

ΑΘΩΩΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗΣ ΓΙΑ ΑΔΙΚΗΜΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΦΠΑ ΣΕ ΒΑΘΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΟΣ – Εκκρίθη ότι ο φορολογικός έλεγχος ήταν μη νόμιμος διότι το δικαίωμα αυτό του Δημοσίου είχε υποπέσει στη πενταετή παραγραφή.

Το Δ’ Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων δια της υπ’ αριθμ. 1318/2019 τολμηρής απόφασης του ευθυγραμμίστηκε με την πάγια πλέον νομολογία ΣτΕ, σύμφωνα με την οποία ο φορολογικός έλεγχος, εκτός συγκεκριμένων εξαιρέσεων, δεν μπορεί να επεκτείνεται πέραν της πενταετίας και παρότι το γεγονός αυτό δεν είχε κριθεί από το αρμόδιο φορολογικό δικαστήριο κήρυξε αθώα την κατηγορουμένη. Υπερασπιστής της κατηγορουμένης ήταν ο δικηγόρος Επαμεινώνδας Παπαδέας.

Πιο συγκεκριμένα στη κατηγορουμένη είχε αποδοθεί η κατηγορία ότι κατά τη χρήση 1/1/2008 έως 31/12/2008 δεν υπέβαλε δηλώσεις στο Ελληνικό Δημόσιο για ΦΠΑ, πλην, όμως, η εντολή ελέγχου επιδόθηκε σε αυτή το έτος 2014 και η έκθεση ελέγχου της επιδόθηκε το έτος 2016. Το δικαστήριο, παρότι η κατηγορουμένη δεν είχε ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και την αθώωσε, κρίνοντας ότι ο έλεγχος της φορολογικής αρχής ήταν μη νόμιμος καθότι είχε υποπέσει σε πενταετή παραγραφή. Παραθέτουμε αυτούσιο το σκεπτικό της αποφάσεως:

(Υπ΄αριθμ. 1318/2019 απόφαση του Δ’ Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών)

ΑΦΟΥ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α’ του Συντάγματος (πρβλ. ΑΕΔ 14/2013, ΣτΕ 2034/2011 Ολ., 4731/2014, 640/2015 κ.ά.· βλ. και το ν. 4048/2012 «Ρυθμιστική Διακυβέρνηση: Αρχές, Διαδικασίες και Μέσα Καλής Νομοθέτησης», Α’ 34, στο άρθρο 2 παρ. 1 του   οποίου   προβλέπεται   ότι   μεταξύ   των   αρχών   καλής   νομοθέτησης περιλαμβάνεται,   μεταξύ   άλλων,   η   ασφάλεια  δικαίου   (περ.   η),   ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικούμενου (πρβλ. ΑΕΔ 11/2003, ΣτΕ 2034/2011 Ολ., 3777/2008, 4731/2014, 640/2015 κ.ά.), επιβάλλει, ιδίως, τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζόμενων κανονιστικών ρυθμίσεων (πρβλ. ΣτΕ 2811/2012 7μ.,   144,  1976/2015).  Πρέπει να τηρείται  με ιδιαίτερη αυστηρότητα, όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις στους ενδιαφερόμενους, όπως είναι οι διατάξεις που προβλέπουν την επιβολή επιβαρύνσεων υπό την μορφή φόρων, τελών, εισφορών και οποιασδήποτε φύσεως κυρώσεων για παράβαση των σχετικών διατάξεων (πρβλ. ΣτΕ 144, 1976/2015,   1623/2016,   επίσης ΔΕΕ,   2.6.2016,   C-81/15,   Κ…. Κ ……….Α.Ε. κατά Υπουργού Οικονομικών, σκέψη 45).   Η   ως  άνω θεμελιώδης  αρχή,   η   οποία   εξυπηρετεί  σκοπούς  δημοσίου   συμφέροντος, επιτάσσει η κατάσταση του διοικούμενου, όσον αφορά την εκ μέρους του τήρηση των κανόνων της σχετικής με τις ανωτέρω επιβαρύνσεις νομοθεσίας, να μη μπορεί να τίθεται επ’ αόριστον εν αμφιβάλω. Συνακόλουθα, για την επιβολή επιβαρύνσεων,   υπό   την   μορφή   φόρων,   τελών,   εισφορών   και   σχετικών κυρώσεων,  απαιτείται να προβλέπεται προθεσμία παραγραφής,  η  οποία, προκειμένου να εκπληρώνει τη συνιστάμενη στη διασφάλιση της ως άνω αρχής λειτουργία της, πρέπει να ορίζεται εκ των προτέρων και η διάρκεια της να είναι επαρκώς προβλέψιμη από τον διοικούμενο, μετά δε την λήξη της να μην είναι πλέον δυνατή  η επιβολή  εις βάρος του  διοικούμενου  ούτε  της  σχετικής οικονομικής επιβαρύνσεως (φόρου, τέλους, εισφοράς) ούτε οποιασδήποτε σχετικής κυρώσεως. Για να είναι δυνατή δε η (εκ των προτέρων) πρόβλεψη της διαρκείας της παραγραφής,  πράγμα που  συμβάλλει  και  στην δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης των διοικούμενων προς την Διοίκηση, αλλά και το κράτος γενικότερα, η λήξη της παραγραφής πρέπει να προσδιορίζεται στο νόμο συγκεκριμένα,  εν αναφορά  με  συγκεκριμένο χρονικό σημείο,   και να  μην εξαρτάται από ενέργειες δημοσίας αρχής (π.χ. από έκδοση ή και κοινοποίηση εντολής ελέγχου ή από το ύψος του ποσού,  στο οποίο  η Διοίκηση  θα προσδιορίσει τις υποχρεώσεις του διοικούμενου).  Εξάλλου,  η παραγραφή πρέπει να έχει, συνολικά, εύλογη διάρκεια, δηλαδή να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας (πρβλ. ΔΕΕ, 17.9.2014, C-341/13, σκέψεις 62 και  65).  Αυτά  δε προς  τον  σκοπό  α)  να  είναι   μεν  δυνατή  η  άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου για την εξακρίβωση της εκ μέρους των διοικούμενων τηρήσεως των ως άνω οικονομικών υποχρεώσεων τους, χωρίς όμως να ενθαρρύνεται   η   απραξία   των   αρμοδίων   διοικητικών   αρχών,   την   οποία ενθαρρύνει η μεγάλη διάρκεια του χρόνου της παραγραφής ή η δυνατότητα της εκ των υστέρων, και ιδίως πλησίον του χρόνου λήξεως της, παρατάσεως της, β) να μην αφήνονται οι  διοικούμενοι  έκθετοι  αφενός  μεν σε  μακρά περίοδο ανασφάλειας δικαίου  – που αποτελεί,  σε συνδυασμό και  με τις συνεχείς μεταβολές της σχετικής με φόρους, τέλη, εισφορές και συναφείς κυρώσεις νομοθεσίας,   παράγοντα   αποτρεπτικό   για   τον   προγραμματισμό   και   την ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων, με ιδιαίτερα δυσμενείς επιπτώσεις για την ανάπτυξη και, γενικότερα, την εθνική οικονομία, ιδιαιτέρως μάλιστα σε περιόδους οικονομικής κρίσεως, σε βλάβη του δημοσίου συμφέροντος – και αφετέρου στον κίνδυνο να μην είναι πλέον σε θέση, μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από το γεγονός που γεννά την σχετική οικονομική υποχρέωση και την κτήση του διαφυγόντος την υποχρέωση αυτή περιουσιακού οφέλους, να αμυνθούν προσηκόντως έναντι σχετικού ελέγχου, αλλά και να αντιμετωπίσουν-τις προκύπτουσες από τον έλεγχο αυτό οικονομικές υποχρεώσεις, είτε οι ίδιοι είτε, πολύ περισσότερο, οι αναλαβόντες, κατά νόμο, συνεπεία κληρονομικής ή οιονεί  καθολικής  διαδοχής   (πιθανής  σε  περίπτωση   που   ο   χρόνος  της παραγραφής είναι μεγάλος), τις υποχρεώσεις τους από φόρους, τέλη, εισφορές και συναφείς κυρώσεις, ιδιαιτέρως, μάλιστα, σε περίπτωση που επιβάλλονται ταυτοχρόνως οικονομικές επιβαρύνσεις για περισσότερα έτη, και γ) να μην αφήνεται το Δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου έκθετο στον κίνδυνο αδυναμίας είσπραξης τυχόν βεβαιουμένων, μετά την πάροδο μακρού χρόνου από την γένεση των σχετικών υποχρεώσεων, ποσών φόρων, τελών, εισφορών και σχετικών κυρώσεων,  λόγω της ενδεχομένως εν τω μεταξύ επελθούσης επιδεινώσεως της οικονομικής καταστάσεως των διοικούμενων και της εκ μέρους τους απώλειας του περιουσιακού οφέλους, που απέκτησαν μη εκπληρώνοντας εμπροθέσμως τις εν λόγω υποχρεώσεις τους (πρβλ.  ΣτΕ 1623/2016 επταμελούς, 1976/2015), ενόψει, άλλωστε, του ότι τελικός σκοπός των ελέγχων δεν είναι ούτε η τιμωρία των διοικούμενων που παρέβησαν τις υποχρεώσεις τους από φόρους, τέλη και εισφορές, ούτε απλώς η βεβαίωση των οικονομικών αυτών επιβαρύνσεων και των σχετικών προστίμων,  αλλά η είσπραξη τους,  καθόσον  μόνον  με την είσπραξη των φόρων,  τελών και εισφορών επιτυγχάνεται ο επιδιωκόμενος με την πρόβλεψη τους σκοπός, δηλαδή  η κάλυψη των δαπανών που απαιτούνται για την λειτουργία του κράτους  και  των επιδιωκόντων δημοσίους σκοπούς νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και την εκπλήρωση των έναντι των πολιτών υποχρεώσεων τους. Επειδή, εκδήλωση της, απορρέουσας, κατά τα προεκτεθέντα, από την αρχή   του   κράτους   δικαίου,   αρχής   της   ασφάλειας   δικαίου   ειδικώς   στο φορολογικό δίκαιο αποτελούν οι θεσπιζόμενες με το άρθρο 78 του Συντάγματος ρυθμίσεις. Ειδικότερα, στο άρθρο αυτό ορίζονται τα εξής: «1. Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται  ούτε  εισπράττεται  χωρίς τυπικό  νόμο  που   καθορίζει  το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους στις οποίες αναφέρεται ο φόρος.  2. Φόρος ή  άλλο οποιοδήποτε οικονομικό  βάρος δεν  μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που επεκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ερμηνευομένων ενόψει των ανωτέρω  εκτεθέντων ως προς τις πηγάζουσες από την αρχή της ασφάλειας δικαίου απαιτήσεις, η πρόβλεψη στο νόμο ότι με την πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος παραγράφεται η αξίωση του Δημοσίου για τη βεβαίωση και επιβολή συγκεκριμένου φόρου συνιστά ουσιαστικό στοιχείο της οικείας φορολογικής ενοχής κατά την παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 78 (ΣτΕ Ολ. 3174/2014). Ως ουσιαστικό δε στοιχείο της φορολογικής ενοχής η διάρκεια της παραγραφής πρέπει να καθορίζεται εκ των προτέρων, ενώ μεταβολή της με την πρόβλεψη επιμηκύνσεως είναι δυνατή μόνον υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του ανωτέρω άρθρου 78 του Συντάγματος, δηλαδή με διάταξη θεσπιζόμενη το αργότερο το έτος, που έπεται εκείνου, στο οποίο ανάγεται η φορολογική υποχρέωση. Κατά συνέπεια, διάταξη νόμου περί παρατάσεως χρόνου παραγραφής φορολογικών αξιώσεων, οι οποίες ανάγονται σε ημερολογιακό έτος προγενέστερο του προηγουμένου της δημοσιεύσεως του νόμου αυτού  έτους, είναι ανίσχυρη ως αντικείμενα στην απορρέουσα από την αρχή του κράτους δικαίου αρχή της ασφάλειας δικαίου και στις εξειδικεύουσες αυτήν ειδικώς στο  φορολογικό δίκαιο ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, για το λόγο ότι θα τροποποιούσε κατά τον τρόπο αυτό αναδρομικά εις βάρος των φορολογουμένων το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο στον οποίο ανάγονται οι φορολογικές τους υποχρεώσεις όσον αφορά ουσιαστικό στοιχείο των εν λόγω υποχρεώσεων. Εξάλλου, ενόψει της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ 1 εδ. δ’ του Συντάγματος) και προς αποφυγή ενθαρρύνσεως ενδεχόμενης απραξίας της φορολογικής διοικήσεως, η παραγραφή πρέπει να έχει εύλογη διάρκεια, ενόψει, μάλιστα, του ότι πλέον διευκολύνεται η διαδικασία ελέγχου τόσο λόγω των συγχρόνων ηλεκτρονικών και άλλων μεθόδων ελέγχου όσο και λόγω του γεγονότος ότι πολλά δεδομένα που αφορούν την πάσης φύσεως οικονομική δραστηριότητα των φορολογουμένων (όπως εισόδημα πχ από μισθωτές υπηρεσίες, τόκους καταθέσεων κλπ( εισάγονται στο σύστημα ηλεκτρονικής υποβολής των δηλώσεων φόρου εισοδήματος χωρίς να  χρειάζεται καμία ενέργεια εκ μέρους των φορολογουμένων και, ως εκ τούτου, δεν δικαιολογείται ο καθορισμός μακρού χρόνου παραγραφής πέραν των χρονικών ορίων που όριζαν προϊσχύσασες διατάξεις σε χρόνο, κατά τον οποίο η φορολογική διοίκηση δεν διέθετε τα μέσα αυτά. Άλλωστε, η ταχύτητα των εξελίξεων σε όλους τους τομείς, μεταξύ των οποίων και ο οικονομικός και ο επιχειρηματικός, επιβάλλει, προς προστασία του δημοσίου συμφέροντος, την ταχύτερη κατά το δυνατόν εκκαθάριση των υποχρεώσεων των φορολογουμένων, ώστε τόσο αυτοί, προκειμένου να προγραμματίζουν την οικονομική τους δραστηριότητα, να γνωρίζουν τις οφειλές τους επικαίρως και ανά τακτά, και σχετικώς μικρά, χρονικά διαστήματα – διότι συσσώρευση οφειλών πολλών ετών, λόγω της μετά πάροδο μακρού χρόνου διενέργειας ελέγχου για περισσότερα έτη και εκδόσεως των σχετικών καταλογιστικών πράξεων, και αξίωση συγχρόνου καταβολής αυτών μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά οικονομικά προβλήματα σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, τα οποία μπορεί να συνεπάγονται δυσμενείς επιπτώσεις στην εθνική οικονομία γενικότερα – όσο και το κράτος να είναι σε θέση να προβλέπει εγκαίρως, με σχετική ασφάλεια, τα έσοδα του για να μπορεί, στη συνέχεια, να προγραμματίζει και τις δαπάνες του και τον τρόπο αντιμετωπίσεως τους.

Κατά το άρθρο 84 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, Α’ 151) «1. Η κοινοποίηση φύλλου ελέγχου […] δεν μπορεί να γίνει μετά την πάροδο πενταετίας από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την επίδοση της δήλωσης. Το δικαίωμα του Δημοσίου για επιβολή του φόρου παραγράφεται μετά την πάροδο της πενταετίας». Περαιτέρω, η προβλεπόμενη ως κανόνας από το προαναφερθέν άρθρο 84 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος πενταετής παραγραφή παρατάθηκε στη συνέχεια διαδοχικά με τις διατάξεις των άρθρων 11 του ν. 3513/2006 (Α265/5.12.2006), 29 του ν. 3697/2008 (Α’ 194/25.9.2008), 10 του ν. 3790/2009 (Α’ 143/7.8.2009), 82 του ν. 3842/2010 (Α’58/23.4.2010), όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 92 παρ. 3 περ. β του ν. 3862/2010 (Α113/13.7.2010), 12 παρ. 7 του ν. 3888/2010 (Α’ 175/30.9.2010), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 7 του ν. 3899/2010 (Α’ 212/17.12.2010), 18 παρ. 2 του ν. 4002/2011 (Α’ 180/22.8.2011), 2 παρ. 1 του ν. 4098/2012 (Α’ 249/20.12.2012), 37 παρ. 5 του ν/4141/2013 (Α’ 81/5.4.20130, 22 του ν. 4203/2013 (Α’235/1.11.2013, 87 του 4316/2014 (Α*270/24.12.2014), 22 του ν. 4337/2015 (Α’ 129/17.10.2015), Τέλος με το άρθρο  61 παρ. 8 του ν. 4410/2016 (ΑΊ41/3.8.2016) καθορίστηκε ότι: «Οι προθεσμίες παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για έκδοση πράξεων διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου και κάθε άλλης πράξης επιβολής φόρων, τελών, προστίμων ή εισφορών για τις υποθέσεις του παρόντος άρθρου, καθώς και για αυτές που μεταφέρθηκαν στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων με τις διατάξεις της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Δ7 της παρ. Δ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, παρατείνονται για τρία (3) έτη» και με το άρθρο 97 του ν. 4446/2016 (Α’ 240/22.12.2016): «1. Στο τέλος της παρ. 8 του άρθρου 61 του ν. 4410/2016 (Α’ 141) προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει και για τις λοιπές υποθέσεις της   Ε.Γ.   ΣΔΟΕ   που   περιέρχονται   στην   αρμοδιότητα   της   Γ.Γ.Δ.Ε.   με οποιονδήποτε τρόπο, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης 1α της υποπαραγράφου Δ7 της παρ. Δ’ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α΄ 94)». 2. Οι προθεσμίες παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για έκδοση πράξεων διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και κάθε άλλης πράξης επιβολής φόρων, τελών, προστίμων ή  εισφορών, που λήγουν την 31.12.2016 παρατείνονται κατά ένα (1) έτος από τη λήξη τους για υποθέσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, ή θα εκδοθούν μέχρι την 31.12.2016 εισαγγελικές παραγγελίες, εντολές ελέγχου, έρευνας ή επεξεργασίας ή εντολές και αιτήματα διερεύνησης από δικαστική ή φορολογική ή ελεγκτική αρχή, καθώς και από την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων  από   Εγκληματικές  Δραστηριότητες  και  της  Χρηματοδότησης  της Τρομοκρατίας   και   Ελέγχου   των   Δηλώσεων   Περιουσιακής   Κατάστασης». Επειδή, με τις παρατεθείσες ανωτέρω διατάξεις παρατείνεται διαδοχικώς ο χρόνος παραγραφής φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου λίγο πριν από την λήξη είτε της αρχικής παραγραφής είτε της προηγούμενης παρατάσεως αυτής ώστε  η  θεσπιζόμενη   με το  άρθρο   84  παρ.   1   του   Κώδικα  Φορολογίας Εισοδήματος ως κανόνας πενταετής παραγραφή, που είναι, άλλωστε, εύλογη, να   φαίνεται   ότι   δεν   έχει   πλέον   σε   καμία  περίπτωση   εφαρμογή   για  τις φορολογικές  υποχρεώσεις που  γεννήθηκαν  κατά  τις  χρήσεις  στις  οποίες αφορούν οι ανωτέρω διατάξεις και, αντιθέτως, να διαφαίνεται από τις ρυθμίσεις αυτές αδυναμία οποιασδήποτε προβλέψεως περί του χρόνου λήξεως της παραγραφής τους, με συνέπεια να κλονίζεται η αξιοπιστία του κράτους γενικότερα, πράγμα που δεν συμβάλλει στην εμπέδωση της συνειδήσεως στους πολίτες ότι οφείλουν να εκπληρώνουν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Συνεπώς οι ανωτέρω διατάξεις αντίκεινται στις εξειδικεύουσες την (απορρέουσα από την αρχή του κράτους δικαίου) αρχή της ασφάλειας δικαίου διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος, διότι παρατείνουν την προθεσμία παραγραφής φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου αναγομένων σε ημερολογιακά έτη προγενέστερα του προηγουμένου της δημοσιεύσεως των σχετικών νόμων ετών (ΟλΣτΕ 1738/2017). Εκ των ανωτέρω, προκύπτει ότι, μη υφισταμένου νομίμου φύλλου ελέγχου, δεν υφίσταται και βεβαιωθείσα νομίμως, φορολογική παράβαση.

Επειδή, από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις εξηγήσεις που δόθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τ’ ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η κατηγορούμενη ήταν νομίμου εκπροσώπου της μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία […]

η οποία ελέγχθηκε για την διαχειριστική περίοδο 1.1.2008-31.12.2008 για μη δήλωση ΦΠΑ. Στην ως άνω εταιρία επιδόθηκε εντολή ελέγχου την 18.1.2016 και στη συνέχεια την 20.9.2016 εκδόθηκε η Έκθεση Μερικού Φορολογικού Ελέγχου ΦΠΑ η επιδόθηκε μαζί με την υπ αρ. 303/27 Οριστική Πράξη Διορθωτικού Προσδιορισμού ΦΠΑ για την ανωτέρω διαχειριστική περίοδο, στο νομικό πρόσωπο την 10.6.2016 (υπ αρ. 8498/ 10.6.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών (….). Συνεπώς το ανωτέρω Φύλλο Ελέγχου δεν κοινοποιήθηκε στην κατηγορούμενη εντός της πενταετίας από την υποβολή της σχετικής δηλώσεως, όπως ορίζει το άρθρο 84 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, αλλά μετά πάροδο πλέον των εννέα ετών από τον χρόνο της φορολογικής παράβασης (31.12.2008- 10.6.2016). Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες νομικές σκέψεις, δεν τυγχάνει νόμιμο και συνακόλουθα, δεν υφίσταται νομίμως αποδεικνυομένη φορολογική παράβαση, η τέλεση της οποίας αποδίδεται στην κατηγορούμενη. Κατόπιν αυτών η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί αθώα της αποδιδομένης σε αυτήν πράξης.

ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει την κατηγορούμενη [….]

Κηρύσσει την κατηγορούμενη αθώα του ότι:

Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, με πρόθεση ενεργώντας, τέλεσε έγκλημα και ειδικότερα αυτό της φοροδιαφυγής.

«Ειδικότερα, ενεργώντας ως υπόχρεη υπό την ιδιότητα της νομίμου
εκπροσώπου της μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την
επωνυμία […] δεν απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ. Π. Α.) της κατωτέρω αναφερόμενης διαχειριστικής περιόδου, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του, ο οποίος υπερβαίνει σε ετήσια βάση το ποσό των 100.000 ευρώ, η δε οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής έγινε στις 9-8-2016. Ειδικότερα, […] το χρονικό διάστημα από 01/01/2008, έως 31/12/2008, ενεργώντας με πρόθεση, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής, διότι δεν υπέβαλε δηλώσεις στο Ελληνικό Δημόσιο για τον αναλογούντα φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), που αφορά στη διαχειριστική περίοδο από 01/01/2008, έως 31/12/2008, όπως διαπιστώθηκε κατόπιν αρμοδίως γενομένου φορολογικού ελέγχου από τους ελεγκτές Φουστέρη Ευστάθιο και Μυλωνά Δήμητρα, της Δ.Ο.Υ. Καλλιθέας, δυνάμει της με αριθμ.ϋ22 22/12/2014 εντολής μερικού ελέγχου του Προϊσταμένου της ως άνω Δ.Ο.Υ, για τον οποίο συντάχθηκε η υπ’ αριθμ. Ι8βΙ/07-06-2016 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού Φ.Π.Α. με την από 07-06-2016 έκθεση μερικού ελέγχου προσδιορισμού Φ.Π.Α., κατά την οποία περίοδο το συνολικό ποσό τούτου που είχε υποχρέωση να δηλώσει και να αποδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο υπό την ως άνω ιδιότητα του, υπερβαίνει το ποσό των 100.000 ευρω και συγκεκριμένα ανέρχεται στο ποσό των 218.461,39 ευρω. Η δε οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής έγινε στις 9-8-2016 με την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας των 60 ημερών για την άσκηση προσφυγής ή επίλυσης με διοικητικό συμβιβασμό για το ανωτέρω χρέος, δεδομένου ότι οι ως άνω πράξεις προσδιορισμού Φ.Π.Α. του κοινοποιήθηκαν υπό την ως άνω ιδιότητα του στις 10-6-2016».